παράρτημα: ο άλυτος γρίφος / φαντασία μορτάλε στο μεταίχμιο της νύχτας / τo νέο φως / σεάνς με τον Διονύσιο Σολωμό

 

 

osta

 

 

 

 

Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου
Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική

Κ. Καρυωτάκης, Υστεροφημία

 

Νὰ το μάτι που τον ήλιο
Πολεμάει νὰ ματαϊδή,
Και τὸ στόμα νὰ βαστάξη
Την στερνή του αναπνοή

Δ. Σολωμός, Ανάμνησις

 

 

 

Φωτεινοί, προτεταμένοι δείκτες προς το χαίνον μαύρο. Αυτό που στις αγιογραφίες προβάλλει από τις ρωγμές της γης κάτω απ’ τα πόδια του Χριστού και είναι γεμάτο κλειδιά, οστά, κλειδαριές, καρφιά και κάτι σύμβολα παράξενα. Μέγα μυστήριο του θανάτου! Οι Ποιητές σε δείχνουνε με δράμα, οι ιερομόναχοι με προσμονή.

 

*

 

Τούτο το χάραμα, πριν ανοίξω τα μάτια και το παντζούρι του παραθύρου, συλλογιέμαι το Τέλος. Κοιτάζω εναγωνίως το μυστακοφόρο κεφάλι του Ω(μέγα), που καραδοκεί στην άκρη του σκοταδιού, κι εκείνο μου απαντάει ξερά μ’ ένα παραλυτικό βλέμμα Χάους.

Ο ήχος του κόσμου έξω απ’ το παράθυρο – τα γαβγίσματα των σκύλων, η μακρινή βοή των λεωφόρων, ένα τραίνο που φτάνει στον σταθμό – σταματάει για λίγο έξω από μια κυρτή, μαύρη γραμμούλα. Στο κεφάλι μου ανοίγει μια παρένθεση, όπου προβάλλεται στο τώρα η (προγραμματισμένη γι’ αργότερα) σιωπή των πετεινών. Η αυγή της τελευταίας νύχτας. Η πρώτη αυγή που τα μάτια δε θ’ αντικρύσουν.

 

βαριά η σιωπή που δεν τη σπάζουνε πεζά πουλιά

 (…………………………………………………)

 

 

Η παρένθεση κλείνει, το τραίνο φεύγει απ’ τον σταθμό και τα μάτια μου ανοίγουν απότομα, σαν καρύδια που τα ράγισε ο καρυοθραύστης της έμπνευσης.

 

 

Δ Ι Π Τ Υ Χ Ο

 

1.
… Όταν ο Ήλιος ανέβει τη σκάλα

 

Με τους αστραγάλους δεμένους στον χωρίς σκιά στύλο ενός ηλιακού ωρολογίου, η Νύχτα βαδίζει τεντώνοντας πίσω της δύο μακριές χορδές. Μια λύρα εγγράφεται στο πεδίο. Όταν ο Ήλιος ανέβει τη σκάλα του πόντιουμ, τα πουλιά του πρωινού θα καθίσουν όπως τα δάχτυλα του Ορφέα.

 

 

2.
η δολιοφθορά της αυγής
(ένα πρωί ο θάνατος θα πάρει το τελευταίο τραίνο κρατώντας ένα καλάθι γεμάτο ψόφιους πετεινούς)

 

Από τα γρανάζια εντός της τελικής περιστροφής των νυχτερινών ωρών, καπνός σηκώθηκε με τη μυρωδιά ψητού κοτόπουλου. Η μυστακοφόρος σφίγγα κατέβηκε απ’ το ποδήλατο και μπήκε στη μεγάλη αίθουσα του σιδηροδρομικού σταθμού, όπου η σιωπή φούσκωνε σαν μια πνοή του αέρα στα αυτιά αναδυόμενου κολυμβητή, κρατώντας ένα καλάθι με νεκρούς πετεινούς. Το πρωί μας είναι χορδές αταλάντευτες, Σιγή. Μια λάμπα πίσω από λευκό σεντόνι.

 

 

*

 

 

ΎΣΤΕΡΑ οι καμπάνες σημαίνουν την αυγή. Ύστερα το κλειστό παντζούρι ανοίγει. Και η σήμερον χύνεται στο δωμάτιο με την ευφρόσυνη ορμή του Ντεμπυσύ στο Doctor Gradus ad Parnassum.

 

 

 

Debussy--L-113-No-1-Doctor-Gradus-ad-Parnassum-page1-51ca81491d229


Τ ι  χ α ρ ά !
(Ευλόγησον ημάς Τύχη, μοναδική θεότητα που απόμεινες στο βάθρο)

 

Η ψυχή μου γεμίζει με τα χρώματα της ίριδας, καθώς τα μάτια απορροφούν και αναλύουν, όπως ένα πρίσμα, το νέο φως. Στη θέση της καρδιάς μου γυρίζει ένας πολύχρωμος δίσκος του Νεύτωνα. Στη θέση της είναι ο λευκός δίσκος του ήλιου.

 

 

Newtons_color_wheel

 

 

***

 

 

Πάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε σκόρπια χαρτιά και άλλα, στέκει η προτομή – μινιατούρα του Διονυσίου Σολωμού.

 

Ω αθάνατε Ποιητή,
τι άραγε θέλησα πιο πολύ
να γράψω με τα χέρια σου
ή να γράψεις συ με τα δικά μου;

 

Από το γύψινο κεφαλάκι του εξέχει μια βελόνα ραπτικής. Αντένα στον αλλόκοσμο.

 

*

 

Καλώ τον Ποιητή να εκφωνήσει την ημερήσια διάταξη για έναν διάλογο πάνω σε κάποιο από τα ζητήματα της ανθρώπινης συνθήκης.

 

[λευκός θόρυβος – ύστερα μια φωνή που είπε]

 

«Η ομορφιά του κόσμου είν’ ένα φάντασμα»

 

Ρωτάω με απορία για μια σύντομη επεξήγηση.

Τότε η σκέψη μου πάει (σαν κάμερα που τη γυρίζει ο οπερατέρ):

 

ΣΤΙΣ ΠΕΔΙΑΔΕΣ ΠΟΥ ΚΟΙΤΟΥΣΑ ΜΙΚΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΚΑΘΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ, ΟΤΑΝ ΤΑΞΙΔΕΥΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟ ΠΡΟΣ ΤΗ ΛΑΡΙΣΑ

 

Θυμάμαι πως ήθελα να ξαπλώσω στο πράσινο που φαινότανε πυκνό και απαλό, μέχρι που όταν κάποτε, σε μια στάση του πολύωρου ταξιδιού, πλησίασα μια απ’ αυτές τις πεδιάδες για να κατουρήσω, αντίκρυσα κάτι αραιά χορτάρια, πέτρες και λάσπη


και

 

ΣΤΑ ΥΠΕΡΟΧΑ ΜΠΛΕ ΒΟΥΝΑ

 

Που όταν τα πλησιάζει κανείς ξεβάφουν

 

*

 

[Η προτομή, πιάνοντας το νήμα της σκέψης μου, συνέχισε:]

 

«Και τι ωραίο που είναι ένα αεροπλάνο ψηλά στον ουρανό!

Αυτό το μεταλλικό χοντροπούλι με τη μπόχα καυσίμου, που εκεί πάνω γίνεται ένας αγνός, λευκός σταυρός και η βαβούρα του ο αναστεναγμός μιας γυναίκας κλεισμένος στη φλούδα του κεραυνού.

Θνητοί, η ομορφιά του κόσμου ξεφεύγει όσο την πλησιάζετε.

Στα τηλεσκόπιά σας ο χρυσός δίσκος του ήλιου μοιάζει με παράσιτα τηλεόρασης και η Σελήνη είναι σβηστή σαν καμένη λάμπα.

Τα τρεμάμενα φώτα της πόλης γίνονται γκρι πολυκατοικίες και τ’ αστέρια δεν είναι κει.

Κaι ακόμα, ο απροσέγγιστος ορίζοντας.

Η ιριδίζουσα γραμμή, που πάνω της τα μάτια σας σταματούν όπως η βελόνη μιας πυξίδας στον μαγνητικό Βορρά, όσο κι αν ταξιδεύετε προς τα κει, θα είναι για πάντα μακριά.

Κι όσο αυτός απομακρύνεται με κάθε σας βήμα, θα εμφανίζεται στη θέση του ένα βουνό, η θάλασσα, ένα λιμάνι, μια πόλη, μια εξοχή, μια παρατημένη σκουριασμένη καρότσα από τρακτέρ σ’ ένα χωράφι, ένα νεκροταφείο, ένας πόλεμος, εργοστάσια, η θάλασσα, άνθρωποι που περπατούν στην προκυμαία, ένα λούνα παρκ, ένας αυτοκινητόδρομος, πεδιάδες, δέντρα, βράχοι, ελέφαντες, κι ένας ιερομόναχος που ποτίζει σκυφτός τα λουλούδια του  μοναστηριού.» 

 

*

 

Εγώ, που, ως αληθινός aesthete, είχα για μόνη μου Αλήθεια την ομορφιά του κόσμου, σκέφτομαι πως αν εκείνα που θαυμάζω από παιδί – οι μακρινές πεδιάδες, τα μπλε βουνά, ένα αεροπλάνο στον ουρανό, ο ήλιος και το φεγγάρι, ο ορίζοντας –, πράγματα μακρινά που το χέρι δεν τα φτάνει, πράγματα που φυλάνε μέσα τους κλειδωμένο το μυστήριο, είν’ ένα ψεύδος, τότε τα μάτια, τα πιο έμπιστα όργανά μου, με γελούν.

Και μου ήρθε στον νου ότι – μα την απλή Αλήθεια της ανθρώπινης κατάστασης – τούτο μόνο έχει νόημα: να γράψει κανείς γι’ αυτά που φτάνει το χέρι του. Γι’ αυτά που εντός τους έζησε – τους τόπους και τα πράγματα της μνήμης, την αγάπη των ανθρώπων. Που πίσω και πέρα από αυτά η γραμμή του ορίζοντα – προοπτική κατακλείδα κι όριο έσχατο (fin) – μοιάζει κάπως πιο μακρινή.

(Κανόνας της προοπτικής: Τα εγγύτερα αντικείμενα εντείνουν το βάθος του πεδίου.)

 

*

 

[Είπε ο μικρός, λευκός Σολωμός]

 

«Καλά όλα αυτά.

Μα ο ποιητής που το κεφάλι του δεν πρόβαλε έξω από την περιορισμένη συνειδητότητα της ανθρώπινης κατάστασης είναι ό,τι και ο κρόκος που πέφτει σ’ ένα καυτό τηγάνι σε σύγκριση με μια κότα που βαδίζει σ’ ένα χωράφι:

Μια ατυχής περίπτωση»         

 

*

 

(sub specie aeternitatis)

 

Αν λοιπόν θέλω να γίνω ποιητής υπερβατικός κι  α θ ά ν α τ ο ς  – ένας Ποιητής της αιώνιας Αλήθειας -, πρέπει πάντως να μαντέψω τον κόσμο που κρύβεται πίσω απ’ τον κόσμο των ματιών ενός θνητού.

Δεν είναι δα κάτι δύσκολο.

Παίρνω το αγαλματίδιο στη χούφτα και κοιτάζοντας μέσα απ’ το τρύπιο κεφαλάκι της βελόνας που έχει για κεραία, συλλαμβάνω καθισμένος στην καρέκλα μου το άμορφο φάσμα της διαρκούς κίνησης και φθοράς (αυτό που υπάρχει και θα υπάρχει). Μέσα απ’ το αλλήθωρο βλέμμα των αιώνων που έρχονται και φεύγουν, την ανάμνηση των προσώπων και των πραγμάτων που ξεθωριάζει και τα σχήματά τους που διαλύονται. Το ασχημάτιστο νέφος που είναι η δυναμική αλήθεια πίσω απ’ τις κάλπικες μορφές. Το χάος που τρέμει ο Γεωμέτρης, όπως ο υποχόνδριος τη γρίπη.

 

*

 

[Η προτομή, βλέποντας την πρόοδό μου αυτή αποκρίθηκε:]

 

«Τούτη είναι η Αλήθεια Διονύσιε Η.

Αυτή που μόλις είδες προτού να στη δείξει ο Θάνατος  – Άξιος!

Πως, δηλαδή, για τους αλλήθωρους αιώνες, οι φιγούρες και τα πράγματα κι οι τόποι των ανθρώπων δεν είναι παρά μια ομίχλη και μάλιστα εντελώς ασήμαντη.

Διότι και οι ομίχλες ακόμα έχουν ενίοτε μια κάποια σημασία, ιδίως για τους οδηγούς που τις διασχίζουν.»

 

*

 

Μια επανάληψη εδώ: «…για πάντα μακριά»  – Αυτά ήταν τα λόγια του Ποιητή για τον ορίζοντα του κόσμου.

Ας είμαστε, όμως, βέβαιοι για τούτο: Μην παίρνουμε τους ποιητές και πολύ στα σοβαρά.

Πολύ, δε, λιγότερο αυτοί εαυτούς.

 

*

 

Στο δωμάτιο σηκώθηκε το αεράκι μιας συνειδητοποίησης:

 

αιώνιο τίποτα

 

Η μυρωδιά του ήτανε η αποφορά της νεκρής μου, πιο μύχιας ελπίδας και σ’ ένα τόσο δα φερετράκι (ένα κουτί τυπογραφικών στοιχείων) κείται τώρα η αγαπημένη λέξη των 8 γραμμάτων:

 

αθανασία

 

*

 

Ο ορίζοντας –  λέω με θλίψη, απευθυνόμενος στην προτομή –  ακόμα κι αυτός, κάποτε θα σβήσει με μιας, μαζί με τα μάτια μας που τον κοιτάζουν. Και η ομορφιά του κόσμου, αυτό το φάντασμα – η αχλή που βάφει τα βουνά μπλε -, θα διαλυθεί, αφού και μείς, τότε, στο τέλος της εμπειρίας (σ’ ένα τέλειο κενό, δίχως εκεί, δίχως εδώ), θα είμαστε ύλη ενύπαρκτη του κόσμου. Το καθαρό λευκό που περικλείει ο μαύρος κύκλος του μηδενός.

 

*

 

[Και η προτομή είπε:]

 

«Αληθώς μιλάς. Καταγωγή και προορισμός το μηδέν. Για επέκεινα – Χα! – ούτε λόγος.

Και όπως κανείς δεν θυμάται πώς ήταν μέσα στην κοιλιά της μάνας, τούτο δε το άγνωστο στον λογισμό παρελθόν μας – ως ζήτημα αναμφισβήτητο από ανατομοφυσιολογικής σκοπιάς – μόνο μυστήριο δεν αποτελεί, έτσι και ο γρίφος τής μετά θάνατον κατάστασης, παρά τη δραματικότητα με την οποία αρεσκόμαστε να τον ενδύουμε οι ποιητές, στο τέλος δεν είναι παρά ένα ζήτημα χημείας, γεωπονίας κ.λπ.

Ξέρεις λοιπόν όσα σου χρειάζονται. Εδώ είν’ το Α, εδώ το Ω. Οι μεγάλες πύλες που θυρωρός και φρουρός τους είναι ο ιεροφάντης με τον τίτλο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ. (Χειροφιλάτε τον! Το χέρι που γράφει, το ίδιο ευλογεί.)

Ανάμεσά τους η φθορά και, ευτυχώς, η κληρονομιά που μας αφήνει το παιδί που ήμασταν: Η εμμενής χαρά, που τρέφει το ξέγνοιαστο παιχνίδι και την πιο μαύρη ακόμα ποίηση. Ένα λευκό πουλάκι, άτρωτο, εμπρός στα προταγμένα μας τουφέκια.

Η τέχνη, μόνο, του θνητού γλιτώνει απ’ τη μοίρα.

Η τέχνη, όπως στου Άγιου την κεφαλή οι τρίχες.» 

 

*

 

Εις την αιωνιότητα λοιπόν. Δώστε χρώμα στο υπέδαφος, ω χαρμόσυνα, παρδαλά οστά των Ποιητών!

 

 

 

 

 

 

Πρώτη δημοσίευση (σε πρώιμη μορφή) bibliotheque.gr

 

 

 

Standard

ηρωική τριλογία: μ’ έναν οβολό δυο μαργαριταριών στο στόμα / φαντάσματα στην γκραβούρα / η λευκή σελίδα

 

 

img091

 

 

μ’ έναν οβολό δυο μαργαριταριών στο στόμα

 

i. Κατερίνα

 

Η σκόνη του καλοκαιριού του ’88 πέρασε μέσα από το κόσκινο αφήνοντας στο δίχτυ ένα πράσινο πλαστικό όστρακο και μια τούφα σγουρά, χρυσά μαλλιά.

 

*

 

Έχουμε φτάσει με τους γονείς μου στη θερινή κατοικία των φίλων τους, στη Ζάκυνθο. Ο πατέρας μου ανοίγει τη βαλίτσα και βγάζει το μαξιλάρι, που ο ήδη γράφων και τότε μοναχογιός του (ήτανε πριν γεννηθεί ο αδελφός μου) δεν αποχωριζόταν ούτε στις διακοπές, φτιαγμένο από γαλάζιο σατέν σαν εκείνα που επάνω τους προσφέρεται τελετουργικά το στέμμα ενός μονάρχη. Μετά το μεσημεριανό, ο αυτοκράτορας των πολύχρωμων καπέλων και των αλόγων που λειτουργούν με κέρματα τρέχει εδώ κι εκεί γελαστός, κάτω απ’ τη διχτυωτή σκιά των πεύκων, μαζί με τις κόρες των οικοδεσποτών μας, ένα ξανθό κορίτσι με το όνομα Κατερίνα και τη μικρότερη, μαυρομάλλα αδελφή της.

 

*

 

Σε μια πλατιά αμμουδιά η Κατερίνα κι εγώ παίζουμε μ’ έναν κουβά κι ένα σετ πλαστικών καλουπιών σε σχήμα όστρακου. Αφού το πρόσωπό της παραμένει ανεύρετο, η ιδέα μου για εκείνη είναι το ακριβές άθροισμα των μερών της: ξανθές μπούκλες, σταρένιο δέρμα και μια μυρωδιά ανάμεσα σε ψημένο κέηκ και αντηλιακό ανακατεμένο με άμμο. Γεμίζουμε τα όστρακα με λάσπη, τα γυρίζουμε ανάποδα και δύο στρείδια σαν μπισκότα κείτονται σφραγισμένα μπροστά στα γόνατά μας. Καθώς η θάλασσα τα καλύπτει, μετατρέποντάς τα σε άμορφα εξογκώματα, η Κατερίνα γελά, τα μάτια της αστράφτουν σαν ένα ζευγάρι μαργαριτάρια στις παλάμες ενός δύτη.

 

 

 

ii. ο λόφος του Ποιητή

 

Το φως του καλοκαιρινού δειλινού διαθλάται στον πυκνό αέρα της μνήμης. Μέσα στη φθίνουσα φωταυγία του πεδίου, οι εξαρθρωμένες γραμμές μεταξύ των βλεμμάτων μας και όσων αυτά αντίκρυσαν στους τόπους που βρεθήκαμε κάποτε, εμφανίζονται όπως στη λαθεμένη συναίσθηση ενός ονείρου – σαν καλαμάκια σε ποτήρια με νερο.

 

*

 

Κρατώντας το χέρι της Μητέρας μου, στέκομαι στην αρχή μιας πέτρινης σκάλας που εκτείνεται ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα των δέντρων. Σφαιρικές λάμπες ρίχνουνε το ζεστό, πρώιμο φως τους στα σκαλοπάτια, όπου ένα διάφανο (απ’ τη λήθη) γκρουπ τουριστών εμπρός μας άρχισε ν’ ανεβαίνει.

 

*

 

Επάνω στον λόφο, τη δροσερή ησυχία στίζουν τα σπογγώδη φλαπ φλαπ των σανδαλιών. Οι γυάλινοι εξερευνητές έχουνε φτάσει στην Πλατεία, στην άκρη της οποίας ένα μεγάλο κανόνι είναι στραμμένο στον ορίζοντα, στο τέλος της θάλασσας από κάτω. Το μαρμάρινο κεφάλι του ποιητή Διονυσίου Σολωμού είναι τοποθετημένο πάνω σε μια στήλη στο κέντρο, ενώ λίγα μέτρα μακριά είναι ένα μικρό ορθογώνιο κτίσμα, που από το εσωτερικό του ακούγεται ένας θαμπός μηχανικός θόρυβος. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Κοιτώντας από την κλειδαρότρυπα, σ’ ένα φωτισμένο δωμάτιο βλέπω ένα γραφείο, έναν σωρό δερματόδετους τόμους, λίγα σκόρπια χαρτιά, ένα μελανοδοχείο, ένα λευκό φτερό γραφής κι ένα πυκνό σύστημα μεταλλικών σωληνώσεων στον τοίχο.

 

*

 

Κάποιος φιλέλλην από το γκρουπ των τουριστών στάθηκε και διαβάζει χαμηλόφωνα τη μακρά επιγραφή στη στήλη της προτομής:

 

(…)
Ε-κείθ’ εε-βγή-κε αα-νί-κηη-τός.
Φώως που παα-τεί χα-ρρού-μεε-νό τον Άα-δή και το χά-ρρό.*

 

Απ’ το μικρό δωμάτιο ακούγεται παλμικός ήχος αντλίας, ύστερα το γαργάρισμα υδρορροής κι ένα λευκό πουλί πετάγεται από την κάνη του κανονιού, μ’ έξαλλη ορμή ως τα πέρατα του ορίζοντα.

 

Κεφάλι, καρδιά και φαλλός. Ο Ποιητής ζει!         

 

 

 

* Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β΄

 

 

 

iii. Διονύσιος Η. εναντίον Θανάτου

 

Φαίνεται πως ήμουν αρκετά εκλεκτικός ως προς τις φοβίες που ελλoχεύανε στο σπίτι που μεγάλωσα.

 

*

 

Ο ξύλινος καλόγερος που κρεμάγαμε τα παλτά στηριζόταν σε τρία πόδια, η επιμήκης καμπυλότητα των οποίων μού θύμιζε τα τερατωδώς μεγεθυμένα ανθρώπινα πόδια στους πίνακες του Νίκου Εγγονόπουλου (είχα δει έναν τέτοιο σ’ ένα σχολικό βιβλίο Κοινωνιολογίας της θείας μου Ιωάννας). Η υπερβολική, οστεοειδής δομή των ποδιών του τον έκανε να μοιάζει αποκρουστικός αλλά ευγενής, σαν μπαρόκ σκελετός.

 

*

 

Η άλλη φοβία μου ήταν και πάλι σκελετικής αλλά περισσότερο αγενούς και αρχαϊκής φύσης και κατοικούσε σ’ έναν τόμο των απάντων του Διονυσίου Σολωμού που είχαμε στη βιβλιοθήκη μας. Ήτανε μια ασπρόμαυρη γκραβούρα του Χάρου που κρατάει ένα δρεπάνι. Πάνω από το κουκουλωμένο κεφάλι της φιγούρας, που τόσο σκληρόκαρδα εισήγαγε την έννοια του μακάβριου σ’ ένα μυαλό σαν πλαστελίνη, μπορεί κανείς τώρα να δει ένα συννεφόσχημο σκατό ζωγραφισμένο απ’ το ακονισμένο μολύβι ενός ελάσσονος αγίου – δρακοκτόνου.

 

 

 

 

 

coin

ο Ποιητής σε πόζα υπερήφανη μεταξύ Χάρου και Κέρβερου

(φροτάζ* κερμάτων, επιζωγραφισμένα και μη, 2017)

 

 

* τεχνική εμφάνισης στο χαρτί αόρατων πραγμάτων, που συνήθιζα μικρός: ένα αντικείμενο μπαίνει κάτω από ένα χαρτί, το οποίο τρίβεται με μολύβι (ή άλλο όργανο γραφής) κι εμφανίζεται το ανάγλυφο του αντικειμένου αυτού. Έτσι, το αόρατο γίνεται ορατό και τα παιδιά γελούν ένα πλατύ χαμόγελο.

 

 

***

 

 

 

 

φαντάσματα στην γκραβούρα

ή

η χαρά του Ποιητή Δ.Σ. γονιμοποιεί το τίποτα / ο τέταρτος τοίχος / αλεγρία! (εις άπειρον)

 

Τι μας νοιάζει ο θάνατος;
Τώρα στα χείλη μας έχουμε τη γεύση της αθανασίας.

Alberto Savinio, Πρόλογος στην Τραγωδία της Παιδικής Ηλικίας, 1945

 

 

 

Όσον αφορά την ευχαρίστηση του παιχνιδιού η ενηλικότητα δεν είναι εκεχειρία. Το τουφέκι ενός κυνηγού (αυτό το βάρβαρο παιχνίδι), σαν το μολύβι του ποιητή, λαχταράει το λευκό πουλί της χαράς ακριβώς όπως το τεντωμένο χέρι ενός παιδιού.

 

*

gravurecopy without

 

 

Σε μια ασπρόμαυρη γκραβούρα, στη σελίδα 62 του βιβλίου της Ιωάννας, οι άσπρες φιγούρες δύο κυνηγών με (επίσης άσπρα) ημίψηλα καπέλα και ο (άσπρος) σκύλος τους περπατάνε σ’ ένα χωράφι. Το χωράφι έχει για όριο έναν ξύλινο φράχτη, πίσω από τον οποίο είναι ένα μεγάλο δέντρο και, μακριά στο βάθος, ένα χωριό με καμπαναριό. Οι κυνηγοί στέκονται με τον φράχτη πίσω τους (ανφάς προς τον παρατηρητή). Κατάλευκοι, ξένοι σε σχέση με το νατουραλιστικά απεικονιζόμενο περιβάλλον, αυτοί με τον σκύλο τους είναι προφανώς ένα τρίο απ’ τον Άδη που μεταγράφηκε σε τούτο το υπαίθριο σκηνικό από το χαρακτικό εργαλείο του άγνωστου καλλιτέχνη. Είναι, με άλλα λόγια, φαντάσματα.

 

*

 

Ε π ε ι δ ή

η άυλη υπόσταση ενός φαντάσματος αποτελεί conditio sine qua non – ειδάλλως τι φάντασμα θα ήταν; – και άρα τα φαντάσματα δεν εμφανίζονται σε καθρέφτες,

 

Α ν

το κάδρο της γκραβούρας ήτανε για τους απεικονιζόμενους κυνηγούς η επιφάνεια ενός καθρέφτη,

 

Τ ό τ ε

οι κυνηγοί, κοιτάζοντας εμπρός τους, θα έβλεπαν ν’ ανακλάται μονάχα το άδειο απ’ αυτούς τοπίο. Το εμπρός θα ήτανε ίδιο με το πίσω και οι πυξίδες στις τσέπες τους θα γυρνούσαν παλαβές.

 

*

 

Για κείνους από εμάς (όπως ο γράφων), που, ως καθάριοι αγνωστικοί, είναι απαλλαγμένοι από μεταφυσικές θεωρήσεις περί της μεταθανάτιας κατάστασης, ο θάνατος φαντάζει ως ένα αυτοαναφορικό Επέκεινα, που καμία γέφυρα δεν το συνδέει με τη ζωή.

Ο τόπος όπου παίζεται το Μεγάλο Δράμα είναι κλειστός ερμητικά σαν την ατέρμονη ανάκλασή του: Ένα θέατρο, που έχει για τέταρτο τοίχο έναν καθρέφτη.

 

*

 

Στο μεταξύ, η παράσταση ξεκίνησε:

Ένα λευκό πουλάκι ήρθε και κάθισε στο μεγάλο δέντρο πίσω τους. Κι ο σκύλος γαβγίζει χοροπηδώντας. Οι αποπροσανατολισμένοι κυνηγοί (τους βλέπουμε πάντοτε ανφάς) υψώνουν τα τουφέκια. Εγγεγραμμένο στον κύκλο του σκοπεύτρου το πουλί πηδάει απ’ το ένα φυλλωμένο κλαδί στο άλλο κι ύστερα κάθεται σ’ ένα γυμνό κλαδί στην κορυφή του δέντρου. Εκείνοι πυροβολούν ψηλά τη χιμαιρική ανάκλαση του θηράματος:

 

Φλοπ! Φλοπ!
Φλοπ!

(…)

 

*

 

(Αυτός είν’ ο κρότος που κάνουν τα τουφέκια – παιχνίδια. Εκείνα που αντί για σφαίρα έχουν έναν φελλό δεμένο με κορδόνι. Αλοίμονο αν υπήρχε και στον θάνατο το άγχος της τελεολογίας – αν δηλαδή στο άνωθι παίγνιο έπρεπε η σφαίρα, σώνει και καλά, να πετύχει το πουλί. Ας γλιτώσουμε τουλάχιστον ΤΟΤΕ από την ανελευθερία της σχέσης μέσου και σκοπού που μας ρυθμίζει τους βίους!)

 

*

 

Στο τέλος μιας μακράς αλληλουχίας αστείων κρότων, το αλώβητο πουλί ανεβαίνει ψηλά με χάρη χτυπώντας τα λευκά του φτερά και πετάει προς το καμπαναριό, απ’ όπου μια ακόμα αργή κωδωνοκρουσία έχει αρχίσει να χύνει τη λουλουδένια, βαριά μυρωδιά της.

Καθώς τα ρολόγια του κόσμου δείχνουνε τη Μαύρη του Ώρα, ο ποιητής Ψευδο-Διονύσιος αφίχθη, μόλις, στο χαρωπό επέκεινα που ο ίδιος εποίησε.

 

 

 

3d42ab84846590eb539f9bfb59b6988e

 

 

(Κριτική σημείωση γραμμένη δια χειρός μου, σαν να την έγραψε με τη λεπτεπίλεπτη χείρα του ένας άλλος)

 

Για ν’ απεικονίσουν τον θάνατο, οι καλλιτέχνες χρησιμοποιούνε, αναπόφευκτα, στοιχεία εμπειρικά, αποδίδοντάς τον εν τέλει ως μίμηση ζωής. Συνήθως, μέσα απ’ αυτή τη διαστροφή, εγκόσμια μεγέθη όπως η χαρά και η λύπη (ενίοτε αμφότερες – βλέπε τον συνδυασμό ενός σαρδόνιου χαμόγελου κι ενός πένθιμου βιολιού στο “Πορτραίτο του εαυτού μου με τον Θάνατο να παίζει βιολί” του Böcklin) διακοσμούν, μονάχα, το τέλειο κενό του χώρου της Σιωπής, σαν τα άνθη που σκορπίζονται πάνω σ’ ένα μνήμα. Όμως, εδώ ένας θρίαμβος επιτυγχάνεται, απροσδόκητα και με ένα απλούστατο τρικ, από το ταπεινό χέρι του άγνωστου καλλιτέχνη (θα τον ονομάσουμε ο Λυτρωτής). 

Τοποθετώντας τους νεκρούς κυνηγούς στο θεατρικό σκηνικό ενός επίγειου, υπαίθριου τοπίου, εκεί δηλαδή που ήταν κάποτε ο φυσικός τους χώρος, η χαρά ενός εγκόσμιου παιχνιδιού (το κυνήγι, όπως: μια σβούρα, όπως: η ποίηση) διεισδύει στο θέατρο του Επέκεινα. Έτσι, το λευκό πουλί της ανθρώπινης χαράς αιχμαλωτίζεται για πάντα μέσα σε μια ερμητική ανάκλαση: Στο γυάλινο κλουβί του θανάτου

 

 

 

 

***

 

 

 

 

tableau

 

 

η λευκή σελίδα

 

Ξέθαψα από την αποθήκη με τα οικογενειακά κειμήλια τούς δερματόδετους μπορντό τόμους των απάντων του Διονυσίου Σολωμού, που το εξώφυλλό τους κοσμούν χρυσά γράμματα και το πορτραίτο του σε πλαίσιο ωοειδές.

 

 

page_1_thumb_large

 

( Ο νεκρός Ποιητής απεικονιζόμενος σε πλασίο με σχήμα αβγού.
Η σημειολογία στην υπηρεσία της αθανασίας. )

 

 

Κάθομαι τώρα, σε μια απ’ τις ολοένα συχνότερες στιγμές νοσταλγίας, και φυλλομετρώ τις σελίδες για να βρω παλιές μου ζωγραφιές, από αυτές που συνήθιζα να φτιάχνω όπου βρω. Ο τελικός τόμος κλείνει με μια σειρά λευκών σελίδων και στο κάτω μέρος της τελευταίας απ’ αυτές είναι τα φροτάζ δυο κερμάτων, πενήντα (το κεφάλι του Ομήρου) και είκοσι δραχμών (το κεφάλι του Σολωμού), που μικρός έφτιαξα με μολύβι στις πλατιές ώρες της σχόλης.

 

 

50-δρχ-1990-ομηρος

 

( Μα τα δεκαοκτώ υπερήφανα μάτια των Μουσών – συν τα δυο ζηλιάρικα δικά μου,
αν η κεφαλή ενός
Ποιητή πάνω σε κέρμα δεν είναι η Αιώνια Μνήμη,  τ ό τ ε  τ ι ; )

 

 

Το βλέμμα μου σταματάει με έκπληξη εντός της περιφέρειας του πενηντάρικου, κάτω δεξιά στη σελίδα, όπου (ακριβώς μπροστά στ’ αδιάφορα μάτια του Ομήρου*), εκτός απ’ το ανάγλυφο του κέρματος, έχουνε αποτυπωθεί και δυο σειρές μικρών, χειρόγραφων γραμμάτων και αριθμών:

 

mon018

 

Πιάνω το μολύβι και, κρατώντας το πλάγια, μουτζουρώνω απαλά το χαρτί στο σημείο εκείνο αποκαλύπτοντας την υπογραφή:

 

 

dionisio2

 

Κι επειδή τούτη είναι η μόνη φορά που ευτύχησα, στη μέχρι τώρα ζωή, να νιώσω μια αγωνία, την οποία από μικρός αναζητούσα όταν κοίταγα στο σκοτάδι πριν κοιμηθώ – μήπως και εμφανιζόταν καμιά φωτεινή ανταύγεια που θα μπορούσε για την υπόλοιπη ζωή μου να είναι το φάντασμα που κάποτε είδα (κι έκτοτε διηγούμαι ότι είδα), βάζοντας για λίγο το κεφάλι πίσω από την κουρτίνα του βαρετού αυτού κόσμου – αρχίζω περιχαρής να μουτζουρώνω απαλά τη σελίδα από πάνω ως κάτω κι απ’ άκρη σ’ άκρη, εμφανίζοντας σταδιακά το κρυμμένο, ενυπόγραφο μήνυμα που άφησε υπόψη μου ο νεκρός Ποιητής:

 

το γράμμα Α

(= η κοιλιά της Μητέρας μου)

 

έναν λευκό σταυρό

(= ένα αεροπλάνο στον ουρανό – το χαρμόσυνο τοτέμ – η πρώτη λέξη που είπα και το πιο αγαπημένο μου απ’ τα φαινόμενα του κόσμου – το σύμβολο της παιδικής, καθαρής χαράς)

 

σειρές μαύρων σταυρών

(= σειρές μνημάτων)

 

Ω

(= ο θάνατος γενικώς)

 

Ω με μια κουκκίδα μέσα στην κοιλότητά του

(= ο θάνατος του Λυτρωτή, που εγκυμονεί)

 

Ω πλάγιο που γεννάει ένα ∞

(= ο θάνατος του Λυτρωτή, που τίκτει)

 

Α λ ε γ ρ ί α !

εις ∞

 

 

 

 

kontoglou - solomos

 

ο Ποιητής (ζωγραφιστός απ’ τον Κόντογλου) μού δείχνει το σήμα της νίκης

 

 

 

 

 

* (…) Κι’ αυτός εις στο πολύαστρον του αιθέρος
Τα μάτια εστριφογύριζε σβησμένα·
Αγάλι γάλι ασηκώθη από χάμου,
Και ωσάν νάχε το φως του ήλθε κοντά μου.

(Διονυσίου Σολωμού, Η Σκιά του Ομήρου)

 

Ορφανοί οι Ποιητές λαχταρούνε το βλέμμα των προπατόρων τους. Τι κι αν οι τελευταίοι εκείνοι ήταν ανέκαθεν τυφλοί; Τι κι αν σ’ εκείνους, ακόμα, που βλέπανε, τους έκλεισε τα μάτια ο θάνατος; Ποια τυφλότητα και ποιος θάνατος να σβήσει το φωτεινό βλέμμα του Ποιητή που είναι άξιος για την αιωνιότητα, όταν η χαρά της ποίησης λυσσομανάει στα σπλάχνα του; Όσοι αγαπούν το Πάντοτε αντί του Τώρα, υψώνουν το κεφάλι επάνω απ’ τον καιρό τους και κοιτάζουνε στα μάτια τα αγάλματα των τεθνεώτων γιγάντων.

 

 

 

 

Standard

η φωτεινή κεφαλή ή το τέλος που ήτανε πάντα εκεί

 

Η ΝΕΚΡΟΚΕΦΑΛΗ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ*

 

Απομακρυσμένοι πλέον από την ηλικία των παιδιών, ανοίγεται πίσω, όπως κι εμπρός μας, ο ίδιος, κενός ορίζοντας, που κρύβει απ’ το βλέμμα τον χαμένο τόπο της Αρχής, όπως τον άγνωστο τόπο του Τέλους. Αν όμως ξέρουμε κατ’ ουσία (διότι το έχουμε δει να συμβαίνει), πού βγάζει ο δρόμος μπροστά, γιατί να συνεχίσουμε στην πορεία που γράφουνε οι πυξίδες μας; Επιλέγουμε, λοιπόν, τον δρόμο του γυρισμού. Και να που στη θέση του άδειου ορίζοντα φάνηκαν πάλι αχνά οι αρχαίες πολεμίστρες!

 

 

castle

 

 

Αλλά, ο σπόρος μας κρύβει λουλούδι κατάμαυρο. Κι όταν επιστρέψουμε, πάνω στη ράχη του γέρικου αλόγου μας, στο κάστρο, που το εσωτερικό του είναι η σύνθεση των παιδικών μας σπιτιών, θα περιπλανηθούμε στο σκοτάδι σκαλίζοντας με λαχτάρα τις παγίδες (τα ντουλάπια, τα ράφια των βιβλιοθηκών, τις πόρτες απ’ τα δωμάτια), ώσπου θα μας πλακώσει θριαμβικά μια μεγάλη, βαριά νεκροκεφαλή που φωσφορίζει τη νύχτα.

 

 

 

 

* Αυτή η φράση αναγραφόταν στο κουτί του επιτραπέζιου παιχνιδιού Το κάστρο των φαντασμάτων, που έπαιζα μικρός με τον αδελφό μου.

Standard

βουκολική σκηνή ή δημώδες για μια υπαρξιακή δυσγονία

 

podilato22

 

ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΜΠΡΟΣ ΜΑΣ ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

 

*

 

Ο μυστακοφόρος άρχων της ασυγκινησίας άφησε το ποδήλατο κάτω από ένα δέντρο και στέκεται στο σταυροδρόμι ακουμπώντας πάνω στην γκλίτσα του, που ’χει για κεφαλή μια ξυλόγλυπτη σαύρα. Από το βάθος φτάνει στολισμένη η μπλε κόρη, η κόρη των μακρινών βουνών, της απόστασης και του απείρου, η αιώνια ζωή. Τι καρπό να δώσει αυτός ο έρωτας, παράδοξος και γενετικά εκφυλιστικός όσο αυτός ενός γαϊδάρου και μιας φοράδας; Μέσα στα μάτια της θνητής γενιάς τους η αέρια υπόσχεση της χαράς σφαλίζεται όπως τα ακανόνιστα σχήματα μέσα σε δυο γυάλινους βώλους, ενώ στ’ αυτιά της το τέλος ολοένα προσεγγίζει με τον ακτινωτό ήχο μιας ρόδας.

 

 

 

img095

 

 

 

 

 

πρώτη δημοσίευση στο frear.gr

Standard

οι οφθαλμομάντεις του θέρους / άσπρες γραμμές

 

thalassa

 

 

οι οφθαλμομάντεις του θέρους

 

Οφθαλμομαντεία σημαίνει προφητεία μέσα από την ερμηνεία του ματιού. Νομίζω πως συνάντησα αυτή τη λέξη για πρώτη φορά στο Γυμνάσιο, στην Ιλιάδα του Ομήρου (ένα κοίταγμα μέσα στα μάτια ενός νεκρού αλόγου), όμως ίσως και όχι.

 

*

 

Όμορφα πτώματα των καλοκαιριών που πέρασαν ξαπλώνουν πάνω σε πλατιά βράχια δίπλα στη θάλασσα. Στις ροζ θηλές τους, που δείχνουνε ψηλά σαν αλεξικέραυνα, η αναπόλησή μας διαλύεται με κρότο. Κοιτάζοντας μέσα στα νεκρά τους μάτια το παρελθόν εμφανίζεται σαν ένας ανάστροφος οιωνός*.

 

*

 

Βλέπουμε στο φως του μεσημεριού τα ερείπια ενός αρχαίου ναού Ιωνικού ρυθμού πάνω από μια αμμουδιά. Κάποιες κολώνες, που τα σγουρά τους κιονόκρανα θυμίζουν το χτένισμα του βαλέ της τράπουλας, στέκονται ακόμα όρθιες ρίχνοντας κάτω τον ίσκιο των ωρών, ενώ άλλες κείτονται στο έδαφος με την οδοντωτή διατομή του κίονά τους εκτιθέμενη σαν πεταμένα γρανάζια ρολογιού ή έκπτωτοι ήλιοι του χθες που μαρμάρωσαν.

Βλέπουμε τις ώρες του ήλιου, κορίτσια με μαγιό που παίζουν με μια πολύχρωμη πλαστική μπάλα. Καλοσχηματισμένες, ευθυτενείς, αγίες και με τα πόδια χωμένα στην άμμο σαν κεράκια στο μανουάλι ενός πύρινου μεσημεριού. Τα ίχνη των ποδιών τους στη μουσκεμένη ακτή διαρκούν για λίγο προτού τα σβήσει το νερό (μπλε όπως η σκληρή πλευρά μιας γομολάστιχας).

Βλέπουμε την αγωνία του λουόμενου γεωμέτρη: να τιθασεύσει τον χρόνο, δίνοντάς του σχήμα. Γράφει στην παραλία μ’ ένα ξύλο τις τροχιές της μπάλας που ρίχνεται στον αέρα από τα φλογοκέφαλα κορίτσια (γραμμές καμπύλες σαν την κίνηση των δεικτών του ρολογιού), γεμίζει με θαλασσινό νερό ένα αγγείο για να το φέρει στο σπίτι ως σουβενίρ.

 

*

 

Το νερό έγινε αέρας δωματίου. Βάλτε το χέρι σας και ρίξτε λίγο αλάτι στο μέτωπο του καλοκαιριού.

 

 

 

* Σημειώνουμε πως στ’ αγγλικά από έναν ανάστροφο οιωνό (omen) προκύπτει η λατινική λέξη κανένας (nemo). Και απευθυνόμαστε στους ταξιδευτές του χρόνου, που κάθονται και νοσταλγούν: Δεν είναι πια κανείς στης μνήμης το σφαλισμένο δωμάτιο. Μόνο το παλιό σας σχήμα στέκει εκεί – νεκρό, αδιόρατο και γυάλινο σαν το κέλυφος που αφήνει στον κορμό του δέντρου ένα τζιτζίκι. Ακολουθήστε, αόμματοι, το ασχημάτιστο, φωτεινό τώρα που καίει τη ματιά σας, και ενθυμούμενοι, χαμογελάτε με οδύνη (η ωραία μνήμη γεννά ευτυχία που πονάει), Οδυσσείς και Κύκλωπες σε ένα.

 

 

 

stamna

 

 

***

 

 

άσπρες γραμμές

 

Ο γεωμέτρης ξάπλωσε στην άμμο. Μέσα από τα γυαλιά ηλίου του ένα αεροπλάνο γράφει μια άσπρη γραμμή στον ουρανό. Αν κλείσει τα μάτια του ή αν πάψει να την κοιτάζει δεν θα σβηστεί, σκέφτεται (ο δειλός). Και ύστερα φαντάζεται τον πατέρα του τον δάσκαλο να γράφει και να σβήνει στον μαυροπίνακα της τάξης του μια γραμμή από λευκή κιμωλία (το γενναιότερο από τα όργανα γραφής, που οι γραμμές του από σκόνη τόσο ταπεινά αγκαλιάζουν την προσωρινότητα των πραγμάτων καθώς το σφουγγάρι του δασκάλου τις μετατρέπει σ’ ένα ασπριδερό σύννεφο), αντρείος σαν Ηρακλής που κατεβαίνει στον Άδη και φέρνει επάνω τον Κέρβερο δεμένο, για να τον δείξει στους μαθητές του μέσα στο δωμάτιο μιας σχολικής αίθουσας.

 

 

kerveros.jpg

 

 

πρώτη δημοσίευση στον ιστότοπο Πλανόδιον – Ιστορίες μπονζάι

Standard

το φιλοσοφικό μάτι / τρύπια αβγά (πορτραίτα των αγίων της παιδικής μνήμης, VI)

 

 

egg2


 

Εμείς κι ο κόσμος

 

Βλέπω (με το ένα μάτι κλειστό) το μπλε βουνό πέρα μακριά, που στην κορυφή του υψώνεται ένας σταυρός (+). Σηκώνω το χέρι σα να ήθελα να το πιάσω. Η απόσταση που χωρίζει την άκρη του χεριού μου από το μπλε βουνό είναι μια μελαγχολική μέτρηση της ανθρώπινης κλίμακας.

(Το κενό διάστημα χρωματίζει η θαμπή αντήχηση απ’ τις καμπάνες που σημαίνουν τον χρόνο – ενός όρθρου ή εσπερινού. Επίσης, ο ήχος ενός αεροπλάνου ψηλά.)

 

*

 

Με την άνωθι αφηρημένη τοπιογραφία (με προτεταμένο χέρι) θα επιθυμούσα να συμμετέχω στην, κορεσμένη από νεκρές φύσεις, καλλιτεχνική παράδοση της vanitas. Και με τη βεβαιότητα ότι όλο και κάποιος θα ‘χει πει το ίδιο, και με καλύτερο τρόπο, στο παρελθόν, τούτη η φράση ας συνοδεύει την εικόνα:

‘Η ομορφιά (των πραγμάτων, των όντων και των στιγμών) είναι εξ ορισμού έτερη. Και η επιθυμία της αχόρταστη, ως το Τέλος.’

 

*

 

Πάντοτε μακρινή η μυστήρια, προσωρινή ομορφιά των πραγμάτων του κόσμου:

τα μπλε βουνά που όταν πλησιάσουμε ξεβάφουν, τα τρεμάμενα φώτα μιας πόλης που αντικρύζουμε σε απόσταση, το μικρό αεροπλάνο που πετάει ψηλά στον ουρανό κι αφήνει πίσω του χαρμόσυνες γραμμές καπνού, που σε λίγο θα ‘χουν σβήσει.

Μακρινό κι ό,τι υπήρξε και χάθηκε.

Ο χρόνος: το μέγεθος της απώλειας.

 

*

 

Σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο θείος Δ., αδελφός της μητέρας μου, στέκει έξω απ’ το πατρικό τους σπίτι. Κάτω απ’ το κοντό παντελόνι και πάνω από ένα ζευγάρι ξεχειλωμένες κάλτσες, βλέπουμε (με τον σεβαστικό τρόπο του αρχαιολόγου) τα σημάδια της Καθαρής Χαράς ενός παιδιού στα γρατζουνισμένα απ’ το ποδόσφαιρο γόνατα. Στο δεξί του χέρι κρατάει μια μικρή, ασημένια ακίδα.

(Μπορούν να γίνουν πολλά με μια μεταλλική ακίδα – σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης κατάστασης. Από τον μαύρο Θάνατο ως την τρελλή Χαρά. Να οδηγήσεις τον κεραυνό μετατρεπόμενος σε κάρβουνο, να σπάσεις ένα μπαλόνι μες στα γέλια.)

 

*

 

Σύμφωνα με τις διηγήσεις, ο θείος μου χρησιμοποιούσε μικρός τη βελόνα της ραπτικής για να τρυπάει την κορυφή ενός αβγού. Στη συνέχεια ρούφαγε το εσωτερικό με μανία.

 

*

 

Για εμάς ωστόσο που δεν μας αρέσουνε τα ωμά αβγά, η βελόνα της ραπτικής που βυθίζεται στον κρόκο είναι η τέλεια σχηματοποίηση του φιλοσοφικού στοχασμού: μια αντένα που εισδύει στη βαθιά ουσία των πραγμάτων κι από το μικρό της κεφάλι κοιτάζουμε με το ‘να μάτι κλειστό τη μελαγχολική αλήθεια, με την ακρίβεια ενός βιολόγου επάνω απ’ το μικροσκόπιο:

το μυστήριο κάλλος του κόσμου που όταν προσεγγίζουμε χάνεται, τον χρόνο που φεύγει παίρνοντας τη ζωή μαζί του, τη χαρά των στιγμών που πυκνώνει κι ύστερα διαλύεται σαν άσπρος καπνός, και το τέλος που με βεβαιότητα θα’ ρθει – με ή χωρίς τον κεραυνό (+)

 

 

 

 

 

 

Πρώτη δημοσίευση (σε πρώιμη μορφή) bibliotheque.gr

Standard

η παραβολή πατέρα & γιου / ψηλά (από τo ‘οκτάγωνο’, αρ. VII και VIII)

head

 

 

(η παραβολή πατέρα & γιου – αναφορά στον πίνακα του Giorgio de Chirico ‘η επιστροφή του ασώτου’)

 

Κύριε, ο Θεός,
ο αμνός του Θεού,
ο Υιός του Πατρός

 

 

Ένα γαλάζιο κεφάλι αρνιού εμφανίστηκε στη γωνία του παιδικού δωματίου όπου μεγάλωσα. Ήταν γδαρμένο και οι σειρές των δοντιών του έμοιαζαν με την κεφαλή ενός βέλους.

«Στον χώρο της αγάπης του πατρός και του υιού, η εγγύτητα είναι ο μάταιος τόπος ανάμεσα σε δυο αντικριστούς καθρέπτες.», είπε κουνώντας πάνω κάτω τα σαγόνια, «Επάνω τους το φως από δύο ασύμπτωτα βλέμματα ανακλάται και παλινδρομεί μετέωρο.»

Σε κάθε λέξη ζεστή ανάσα έβγαινε απ’ το στόμα του κι απλωνόταν τριγύρω στα λευκά έπιπλα. (Άκουγα την καρδιά του αμνού να χτυπάει στο πάντοτε.)

«Δείξε μου, πού είναι ο πατέρας σου τούτη την ώρα;»

(Ήταν μεσημέρι, την ώρα που εκείνος ξεκινούσε να πάει στο σχολείο, όπου δίδασκε.)

Βγήκα στο μπαλκόνι ακριβώς έξω απ’ το δωμάτιο κι έδειξα με το δάχτυλο στον δρόμο έξι ορόφους κάτω, εκεί απ’ όπου συνήθως θα περνούσε, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου (άσπρη και τσιμεντένια, μ’ έναν μεγάλο τρούλο στη μέση, πάνω στον οποίο ένας μεταλλικός σταυρός/αλεξικέραυνο κάνει αυτόν τον τεράστιο και καμπυλωτό ναό να μοιάζει σαν αντεστραμμένη σβούρα μέσα στα χέρια ενός παιδιού, στην αχρωματοψία της μελαγχολίας.)

Ο πατέρας μου, ορώμενος από πίσω, ήταν κατάλευκος σαν άγαλμα και βάδιζε αργά κουβαλώντας μια μεγάλη βαλίτσα.

Αναδύθηκε τότε η πιο παλιά θύμηση που έχω από κείνον. Ένα πρωί που με κρατούσε αγκαλιά, καθώς περπατούσαμε παράλληλα στις γραμμές του τραίνου, κι είχα τα κρύα χέρια μου στην τσέπη του πουκαμίσου του.

Ενώ αυτός απομακρυνόταν, η απόσταση που μας χώριζε μαζεύτηκε εσπευσμένα σαν μεζούρα και συμπυκνώθηκε σ’ ένα βλέμμα συγκρατημένης στοργής, σαν μπαλόνι πίσω από ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά.

«Κλάψε νεαρέ άνδρα», είπε ο ασώματος επισκέπτης, «για την πλαστική απάθεια μιας αγάπης βαθιάς και μοναχικής».

 

 

 

***

 

 

 

(ψηλά)

 

Κυριακή πρωί με τον πατέρα μου και μια ασπρόμαυρη μπάλα, σε μεγάλο γήπεδο με χώμα, πλάι σ’ έναν σιδηρόδρομο. Λιακάδα και δροσιά πρώιμης άνοιξης. Είμαστε μόνοι μας. Πίσω απ’ τα δοκάρια του τέρματος, ένα σταματημένο, παλιό τραίνο.

«Κεφαλιά!»

Κοιτάζω αφηρημένος την αμαξοστοιχία. Η μπάλα περνάει από πάνω μου και πέφτει πίσω.

«Ένα τραίνο που έφτασε, γιατί δεν ξαναφεύγει;»

«Θα φύγει κι αυτό. Περιμένει τους επιβάτες. Έλα τώρα να παίξουμε.»

«Εμείς θα φύγουμε;»

«Θα πάμε κι εμείς. Θα καθόμαστε μαζί.», είπε ο πατέρας μου και κλώτσησε δυνατά τη μπάλα που χάθηκε στον ουρανό.

up

 

 

 

 

Πρώτη δημοσίευση της “παραβολής” (σε πρώιμη μορφή) bibliotheque.gr

Standard